Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Απόδοση του ΡΓ΄ (103) ψαλμού από τον Φώτη Κόντογλου

Δόξαζε, ψυχή μου, τον Κύριο. Θεέ μου, πολύ μεγάλη είναι η δόξα σου.
Ντύθηκες μεγαλοπρέπεια, παίρνοντας το φως για ρούχο σου.
Τεντώνεις τον ουρανό σα να ‘ναι προβιά, στα παλάτια σου νερά έχεις βάλει για σκεπή.
Καβαλικεύεις απάνου στα σύννεφα, περπατάς απάνου στα φτερά των ανέμων.
Κάνεις τους αγγέλους σου πνεύματα, και τους λειτουργούς σου φλόγα και φωτιά.
Κείνος που θεμελίωσε τη γης απάνου στη βάση της, και δε θα γείρει στον αιώνα του αιώνος.
Η άβυσσος είναι το φόρεμά του, απάνου στα βουνά στέκουνται νερά.
Μπρός στην οργή σου φεύγουνε, στη φωνή της βροντής σου δειλιάζουν.
Ανεβαίνουνε όρη και κατεβαίνουνε κάμποι στον τόπο που τα θεμέλιωσες.
Έβαλες σύνορο, που δε θα το περάσουν, μήτε θα πέσουνε για να σκεπάσουν τη γης.
Κείνος που στέλνει πηγές μέσα στα φαράγγια, ανάμεσα στα βουνά περνούν νερά.
Ποτίζουνε όλα τα θηρία του κάμπου, δέχουνται τ’ άγρια γαϊδούρια πόρχουνται να ξεδιψάσουν.
Σιμά τους θα φωλιάσουν τα πουλιά τ’ ουρανού, ανάμεσα απ’ τις πέτρες βγάζουνε φωνές.
Κείνος που ποτίζει τα βουνά απ’ τα υπερώα του, από τον καρπό των έργων του θα χορτάσει η γης.
Κείνος που βγάζει χορτάρι για τα ζωντανά, και στάχυα στη δουλειά των ανθρώπων.
Για να βγάλει ψωμί απ’ τη γης, και το κρασί φραίνει την καρδιά του ανθρώπου.
Για να γλυκάνει το πρόσωπό του με λάδι, και το ψωμί στηρίζει την καρδιά του ανθρώπου.
Θα χορτάσουν τα ξύλα του κάμπου, τα κέδρα του Λιβάνου οπού φύτεψες.
Εκεί θα χτίσουν τη φωλιά τους οι σπουργίτες, το σπίτι του ερωδιού είναι πρώτο μέσα στ’ άλλα.
Τα ψηλά βουνά για τα λάφια, οι πέτρες καταφύγιο για τους λαγούς.
Έκανε το φεγγάρι σε γυρίσματα, ο ήλιος ξέρει τη δύση του.
Χύνεις το σκοτάδι και γίνεται νύχτα, που θαν έβγουν άπ’ τις φωλιές τους όλα τα θηρία του δρυμού.
Λεονταρόπουλα που μουγκρίζουν για ν’ αρπάξουν, και ζητάνε απ’ το Θεό τη θροφή τους.
Βγήκε ο ήλιος, και μαζεύουνται και κοιτάζουνται στις σπηλιές τους.
Θάν έβγει ο άνθρωπος να πάει στη δουλειά του και στην εργασία του ως το βράδυ.
Πόσο μεγάλα είναι τα έργα σου Κύριε. Όλα με σοφία τα έπλασες. Γιόμισε η γης απ’ τα χτισίματά σου.
Να, τούτη η θάλασσα η μεγάλη κ’ η ευρύχωρη, εκεί μέσα σερπετά, που δεν έχουνε μετρημό, ζώα μικρά αντάμα με μεγάλα.
Εκεί πηγαινοέρχουνται καράβια, αυτός ο δράκος, που τον έπλασες για να την περιπαίζει.
Όλα από σένα περιμένουν να τους δώσεις τη θροφή τους στην ώρα τους. Όταν τους τη δώσεις θα τη μαζέψουν.
Ανοίγεις τα χέρια σου, και γιομίζουν όλα χαρά κ’ ευτυχία.
Γυρίζεις το πρόσωπό σου κι όλα ταράζουνται.
Τους παίρνεις το πνεύμα τους και χάνουνται, και γυρίζουνε πίσω στο χώμα.
Τους στέλνεις την πνοή σου και χτίζουνται, και ξανανιώνεις το πρόσωπο της γης.
Ας είναι η δόξα του Κυρίου στους αιώνες. Θα ευφραθεί ο Κύριος για τα έργα του.
Κείνος που ρίχνει μια ματιά στη γης, και την κάνει να τρέμει, που αγγίζει τα βουνά και καπνίζουν.
Θα τραγουδώ τον Κύριο σ’ όλην τη ζωή μου, θα ψέλνω το Θεό μου όσο υπάρχω.
Θα γλυκαίνεται απ’ αυτόν ο λογισμός μου, θα φραίνουμαι απ’ τον Κύριο.
Άμποτε να λείψουν οι αμαρτωλοί κ’ οι άνομοι απ’ το πρόσωπο της γης, που να μην ξαναφανούν πιά ποτές. Δόξαζε ψυχήν μου τον Κύριο.

Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2009

Επίκαιρο όσο ποτέ...

…Όλα εναπόκεινται στον τρόπο, στην τέχνη που εφαρμόζεται μια σκέψη, ώστε να παίρνει σάρκα και να ριζώνει οριστικά.

Όσο καλά κι αν είναι εμπνευσμένο κι όσο συγκεκριμένα κι αν έχει διατυπωθεί ένα διάταγμα, πάντα θα παραμείνει νεκρό γράμμα αν δεν εκδηλωθεί από τα κάτω η επιθυμία να το εφαρμόσουν με τον επιζητούμενο τρόπο, τρόπο που τον διακρίνει μόνο εκείνος που βλέπει κάτω από θεϊκό κι όχι ανθρώπινο φως τη δικαιοσύνη.

Διαφορετικά όλα αλλάζουν στο κακό. Απόδειξη οι επιτήδειοι κατεργαρέοι και καταχραστές μας, που ξέρουν να παρακάμπτουν όλους τους κανονισμούς, που γι’ αυτούς κάθε καινούριο θέσπισμα είναι νέα πηγή προσόδων, νέος τρόπος για να περιπλέκουν τη διεκπεραίωση των υποθέσεων, για να βάλουν μια νέα τροχοπέδη.

Με δυο λόγια, παντού όπου στρέφονται τα βλέμματά μου, στους ανθρώπους που είναι επιφορτισμένοι να εφαρμόζουν το νόμο, βλέπουν ενόχους. Ο ένας, ποθώντας να διακριθεί και να πάρει παράσημο, βιάστηκε υπερβολικά. Ο άλλος, θέλοντας να δείξει ζήλο και αυταπάρνηση, ρίχτηκε στην υπόθεση, χωρίς να κάνει τον κόπο να μελετήσει, και θάρρεψε πως μπορούσε να τη χειρισθεί σαν έμπειρος. Όμως χάνοντας στην πρώτη αποτυχία το θάρρος του, την παράτησε αμέσως, κι αδιαφόρησε. Ένας τρίτος, πληγωμένος στην ταπεινή φιλαυτία του, εγκατέλειψε στον πιο διάσημο απ’ τους κατεργαρέους τη θέση απ’ όπου είχε αρχίσει να δίδει την καλή μάχη.

Με δυο λόγια, πολύ λίγοι από μας έχουν αγαπήσει όσο πρέπει το καλό για να του θυσιάσουν τη φιλοδοξία τους, τη φιλαυτία τους, όλες τις μικρότητες ενός ευερέθιστου εγωισμού, για να επιβάλουν μέσα τους τον αναλλοίωτο νόμο να υπηρετούν τη χώρα τους κι όχι τους εαυτούς τους, έχοντας στη σκέψη τους την κάθε στιγμή ότι βρίσκονται στη θέση τους όχι για να δημιουργήσουν τη δική τους ευτυχία, αλλά την ευτυχία των άλλων.

Νικολάϊ Γκόγκολ (1843)

Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

Χωρίς τίτλο...

Παρασκευή, 02 Οκτωβρίου 2009

Απόσπασμα από το βιβλίο του Αρχιμανδρίτου Γερμανού (π. Ανυπόμονου) «Στο βουνό με τον Σταυρό κοντά στον Άρη».

Γνωρίζω τον Άρη

Τα παιδιά της Οργανώσεως μας συνέστησαν στον Άρη,(Άρης Βελουχιώτης - Αθανάσιος Κλάρας) εμένα και τον Παπαλεβέντη (π. Κωνσταντίνος Παπαλεβέντης (Παπαφλέσσας), εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Βλασσίου στο Δαδί Φθιώτιδος). Μίλησαν με ενθουσιασμό για τη δουλειά που κάμαμε στο Δαδί, την προσφορά μας στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα κ.λπ.. Μετά από αυτά λένε στον Άρη:
«Τώρα ο πάτερ Γερμανός θέλει να ’ρθει στον μόνιμο ΕΛΑΣ. Ο παπα-Κώστας θα γυρίσει μαζί μας».
«Να γυρίσει και ο άλλος παπούλης μαζί σας, γιατί εκεί θα προσφέρει περισσότερα απ’ ότι εδώ», τους λέει ο Άρης.
«Καπετάνιε μου, δεν με σηκώνει άλλο το κλίμα κάτω, γιατί με κυνηγάνε οι Ιταλοί», παρεμβαίνω στη συζήτηση εγώ, για να εξηγήσω την επιθυμία μου να βγω στο βουνό.
«Τότε το πράγμα αλλάζει. Αλλά θ’ αντέξεις παπούλη μου; Είναι σκληρή η ζωή στο Αντάρτικο», μου λέει ο Άρης.
«Θα έρθω κοντά σας και όσο αντέξω», του απαντώ.
«Εντάξει, λοιπόν, παπούλη μου», συμφωνεί ο Άρης και δίνουμε τα χέρια.

Μια σημαία και μια σάλπιγγα

Είχαμε βρει τον Άρη μέσα σ’ ένα μαγαζάκι της Κουκουβίστας. Κοντά του, εκτός των ανταρτών, ήταν και ο Άγγλος ταξίαρχος Έντυ Μάγιερς, ο οποίος εκείνη την ώρα μιλούσε με το συμμαχικό Στρατηγείο Μέσης Ανατολής, μέσω ενός ασυρμάτου που είχαν τοποθετημένο πάνω σ’ ένα τραπέζι του μαγαζιού. Ήταν εκεί και ο δικηγόρος Αλέκος Σεφεριάδης, για τον οποίο ο Άρης αργότερα δεν εξεφράζετο κολακευτικά, γιατί τον θεωρούσε πράκτορα των Άγγλων.
Πρώτη φορά έβλεπα τόσους αντάρτες μαζεμένους και ήσαν ντυμένοι μ’ ένα σωρό διαφορετικές ντυμασιές: Άλλος φόραγε φουστανέλλα, άλλος ντουλαμά, άλλος ιταλική στολή, άλλος γερμανική, άλλος αγγλική. Ένα σωστό μωσαϊκό από ντυμασιές και οπλισμό.
Ανάμεσα σε όλους ξεχώριζε ο γερο-Τσεκούρας (Νίκος Καρβέλης από το Καπνοχώρι, 70 ετών). Αυτός φορούσε φουστανέλλα, κάλτσες, καλτσοδέτες με φούντες, τσαρούχια με φούντες και φέσι κόκκινο. Είχε και ωραία γενειάδα. Αυτός ήταν ο σημαιοφόρος της ομάδος του Άρη. Ο Άρης τον έλεγε «Πατέρα» κι εκείνος τον προσφωνούσε «Παιδί μου, Άρη». Αυτός, λοιπόν, ο γερο-Τσεκούρας κράταγε τη σημαία την ελληνική, και στον ιστό της είχε Σταυρό μπρούτζινο που λαμποκοπούσε. Δεν είχε έλθει ακόμη, βλέπετε, η «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών» των τεκτόνων-μασώνων απριλιανών συνταγματαρχών, για να αφαιρέσει από τον ιστό της ελληνικής σημαίας τον Σταυρό!... Η σημαία που κράταγε ο γερο-Τσεκούρας είχε και γράμματα επάνω που έλεγαν: «Ελευθερία ή Θάνατος»!
Δίπλα στον γερο-Τσεκούρα ήταν ο Γιώργης Φουσέκης, αγνό παιδί από το Προσήλιο της Αμφίσσης. Αυτός ήταν ο σαλπιγκτής μας. Φόραγε ντουλαμά και κάλτσες και τσαρούχια με φούντες και φάριο. Αυτό το δύστυχο παιδί σκοτώθηκε στους Γαργαλιάνους τον Δεκέμβριο του 1944. Εγώ το εκήδευσα. Τι καλό παιδί που ήταν… χωριατόπαιδο, τσοπανόπουλο αγνό.
Αυτή την ελληνική σημαία και αυτή τη σάλπιγγα βρήκα μπροστά μου όταν βγήκα στο βουνό και αυτά ακολούθησα, με τη βεβαιότητα ότι κι εγώ, με τον τρόπο τον δικό μου, συνεχίζω την παράδοση του ελληνικού ράσου σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπου η πατρίδα μας βρίσκεται εμπερίστατη και το Γένος μας κινδυνεύει. Δεν βρήκα κόκκινη σημαία με σφυροδρέπανο ούτε κομμουνιστικά κηρύγματα ούτε ξενόφερτα σύμβολα!
Ωστόσο, κι εγώ και όλοι όσοι βγήκαμε στο βουνό, για να προσφέρει ο καθένας μας ότι μπορούσε για τη λευτεριά της πατρίδος μας, θεωρούμεθα από το μετεμφυλιακό κράτος, αλλά και από την αδιάκριτη Ιεραρχία της Εκκλησίας μας κομμουνιστές, βούλγαροι, εχθροί της πατρίδος, πουλημένοι, προδότες, αντίχριστοι!...
Έπρεπε να περάσουν κοντά σαράντα χρόνια για να αναγνωρισθεί επιτέλους η Εθνική Αντίσταση —όπως, τέλος πάντων αναγνωρίσθηκε— κι όμως υπάρχουν ακόμη και σήμερα άνθρωποι που διακατέχονται από τις ίδιες ιδεοληψίες και από αυτά τα αισθήματα, παρά τα δεινά που επεσσώρευσαν στην πατρίδα μας με κορυφαία την επτάχρονη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 και την τουρκική κατοχή σχεδόν της μισής Κύπρου από τον Αττίλα τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 1974.
Η στάση τους μας φέρνει πάντα την αγανάκτηση, γιατί μας πνίγει αυτή η αδικία. Ούτε ηθικές ούτε υλικές αμοιβές ζητήσαμε ποτέ. Μόνο να μας αφήσουν ήσυχους και να μη μας βλέπουν ως εχθρούς της πατρίδος μας. Αμοιβή μας— για την οποία ποτέ δεν διαμαρτυρηθήκαμε— είναι το αίμα που προσφέραμε στον βωμό της Ελευθερίας, η ορφάνια και ο κατατρεγμός, οι νεκροί μας και τα τραύματά μας, οι φυλακές και τα ξερονήσια, οι εκτελέσεις και τα βασανιστήρια, η ξυπολησιά και η ψείρα, τα κρυοπαγήματα και οι ρευματισμοί, από τις συνέπειες των οποίων υποφέραμε και υποφέρουμε σε όλη τη ζωή μας.

«Λειτουργιά που χρόνια μας έχει λείψει!»

Από την Ανατολή φύγαμε για το χωριό Κολοκυθιά, κατεβήκαμε μία πλαγία που τη διαδέχθηκε ένας μεγάλος ανήφορος για να φθάσουμε εκεί.
Όταν αρχίσαμε να ανεβαίνουμε, μου λέει ο Άρης:
«Δώσε μου, Παπούλη, το σακκίδιό σου, να το κρεμάσω στη σέλα του αλόγου μου».
«Δεν πειράζει, Αρχηγέ», του απαντώ. «Ας το κουβαλάω φορτωμένος για να συνηθίζω».
«Όχι», μου λέει. «Πρέπει να κάνουμε οικονομία δυνάμεων».
Τελικά του το έδωσα. Ήταν ο μόνος έφιππος μεταξύ αυτών που εκείνη τη μέρα ήμασταν μαζί του. Είχε ένα παληάλογο, που μου θύμιζε τον Ροσινάλντε, το σκελετωμένο άλογο του Δον Κιχώτη. Του το είχε δώσει ένας μπάρμπας του, Γάκης Μηνογιάννης λεγόμενος, που είχε ένα μεγάλο κτήμα με σπίτι πιο έξω από το χωριό Λευκάδα, στις όχθες του ποταμού Ρουστιανίτη. Κι επειδή ο Μηνογιάννης ήταν μπάρμπας του Άρη τον λέγαμε και εμείς «μπάρμπα του ΕΑΜ».
Φθάσαμε στην Κολοκυθιά κι εκεί διανυκτερεύσαμε. Το πρωί, όταν συγκεντρωθήκαμε για να κινήσουμε για τον προορισμό μας είδα στην πλατειούλα του χωριού πολλούς Λυχνιώτες, οι οποίοι πολλοί με χάρηκαν, όπως κι εγώ εκείνους. Είχαν έλθει εκεί μεταφέροντες τρόφιμα και άλλα εφόδια με τα ζώα τους.
Φεύγοντας από την Κολοκυθιά, στον δρόμο που πάει για τη Ράχη Καρπενησίου, ανάμεσα στα χωριά Αργύρια και Κυριακοχώρι, βρήκαμε μία πηγή μέσα στα έλατα και καθίσαμε να φάμε ότι πρόχειρο είχε ο καθένας. Έβγαλα και εγώ τις λειτουργιές και το τυρί που μου είχε δώσει ο παπα-Αλέκος και πρόσφερα στον Άρη. Εκείνος, παίρνοντας μια λειτουργιά στα χέρια του τη φίλησε μ’ ένα σκαστό φιλί λέγοντας:
«Βλέπετε, συναγωνιστές; Για να ‘χουμε τον Παπούλη μαζί μας, τρώμε και λειτουργιά, που χρόνια πολλά μας έχει λείψει!...»

«Πάτερ Ανυπόμονος»


Στην Αγία Τριάδα μείναμε αρκετό διάστημα. Άρχισαν να καταρτίζονται και να συστηματοποιούνται ομάδες, διμοιρίες κ.λπ.. Εμένα με κατέταξαν στην Ομάδα Διοικήσεως, η οποία τελούσε υπό την άμεση αρχηγία του Άρη.
Εσυντάσσετο ένας κατάλογος ανταρτών, όπου για λόγους ασφαλείας ανεγράφοντο με ψευδώνυμα. Όταν έφθασε η σειρά μου, ο Λευτέρης Χρυσιώτης (Σπύρος Τσιλιγιάννης, από τη Χρυσώ Ευρυτανίας), διμοιρίτης που εκτελούσε χρέη γραμματέα, με ρώτησε:
«Πώς να σε γράψω, Παπούλη; Τι όνομα ή μάλλον τι ψευδώνυμο θα πάρεις;».
Όμως πριν προλάβω να απαντήσω στον Χρυσιώτη, επεμβαίνει ο παριστάμενος Άρης και λέει:
«Πάτερ Ανυπόμονος!». Και αμέσως προσθέτει: «Είναι πολύ φουριόζος ο παπούλης κι αυτό το επίθετο του ταιριάζει».
Έτσι πολιτογραφήθηκα στον ΕΛΑΣ ως ο «Πάτερ Ανυπόμονος».

«Θα προσεύχεσαι για μας...»

Κάποια στιγμή, που βρήκα την κατάλληλη ευκαιρία, ρώτησα τον Άρη ποια θα ήταν τα καθήκοντα και ποια η αποστολή μου.
«Εδώ, παπούλη μου, κόσμο για να πολεμάει έχουμε και κάθε μέρα μας έρχονται κι άλλοι… Εσύ θα είσαι ο παπάς μας και θα προσεύχεσαι για μας! Θα φοράς το ράσο σου το καλυμαύχι σου, τον σταυρό σου. Θα είσαι ο παπάς μας!...»
Τα λόγια αυτά του Άρη, κατ’ εμέ, ερμηνεύονται ως εξής: «Να κάνεις τον σταυρό σου και να παρακαλάς τον Θεό, σαν παπάς που είσαι, να μας φωτίζει στο καλό και να μας βοηθάει, ως δίκαιος Θεός που είναι, γιατί κι εμείς για την ελευθερία και τα δίκαια του Λαού Του αγωνιζόμαστε».
Και με αυτά τα λίγα που είπαμε —και τα πολύ περισσότερα που εννοήσαμε ο καθένας μας— εγώ προγραμμάτισα την παραπέρα δράση μου.
Η μονάδα στην οποία ανήκα δεν είχε μόνιμη διαμονή, δεν είχε έδρα. Διαρκώς μετεκινείτο σε διάφορες περιοχές, όπου οι ανάγκες του αγώνα το καλούσαν και οι συνεχώς μεταβαλλόμενες συνθήκες το απαιτούσαν. Ο Άρης, πολλές φορές, από εκεί όπου τύχαινε να βρισκόμαστε, μου ανέθετε διάφορες αποστολές, πέραν της προσευχής.
Εκείνο που φρόντιζα πάντα ήταν —αν συνέπιπτε την ημέρα που βρισκόμουν σε κάποιο χωριό να είναι Κυριακή ή γιορτή— να πηγαίνω στην εκκλησία και, πάντοτε με την άδεια του εφημερίου της, να ψάλλω, να κηρύττω ή και να λειτουργώ, εάν ο ιερεύς διέθετε δεύτερη ιερατική στολή. Γιατί εγώ δεν είχα μαζί μου παρά μόνον ένα μικρό Επιτραχήλιον, ένα Ευχολόγιον, έναν μικρό Σταυρό αγιασμού, λίγο θυμίαμα και 5-6 κεριά από αγνό κερί για να μη λειώνουν. Μετά το τέλος της Θείας Λειτουργίας προτιμούσα να πιώ έναν καφέ στο μαγαζάκι του χωριού, για να μου δοθεί η ευκαιρία να πιάσω κουβέντα με τους χωριανούς και να τους ειπώ τα δέοντα.

Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2009

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Το θαύμα της Παναγίας στον αμφιβάλλοντα διδάσκαλο.

Επτακόσια περίπου χρόνια μετά την γέννηση του Χριστού, ήταν ένας ερημίτης Αθηναίος, σοφός στα γράμματα, και στην αρετή σοφότερος. Το ονομά του ήταν Αιγίδιος , και μετά τον θάνατο των γονέων του, μοίρασε την περιουσία του στους φτωχούς και αναχώρησε για προσκύνημα στους Αγίους Τόπους. Εκεί απήλθε στα ενδότερα μέρη της ερήμου σε έναν τόπο άβατο και απόκρυφο, όπου βρήκε ένα σπήλαιο με μια πηγή ωραιότατη και λίγα δένδρα. Στην ησυχία λοιπόν του τόπου εκείνου έμεινε και ασκήτευε τρεφόμενος, κατά Θεία Οικονομία, από το γάλα μίας ελαφίνας και άγρια χόρτα. Κοντά σ’ εκείνα τα μέρη σ’ ένα κάστρο ήταν ένας διδάσκαλος που στο λογισμό του ο μισόκαλος, είχε σπείρει ζιζάνια και είχε αμφιβολία για την Παρθενία της Υπεραγίας Θεοτόκου. Αυτόν τον δαιμονικό λογισμό δεν μπορούσε με τίποτα να τον διώξει απ’ το μυαλό του. «Πως γίνεται να είναι μητέρα και παρθένος;» αναρωτιόταν. Όταν άκουσε για τον αναχωρητή Αιγίδιο, ότι ήταν σε μεγάλα πνευματικά μέτρα, αποφάσισε να πάει να τον συμβουλευτεί για τον λογισμό του, και να τον βοηθήσει να απαλλαγεί από αυτή την βλάσφημη σκέψη.
Ενώ βρισκόταν σε μικρή απόσταση πριν από το κελί του αββά Αιγιδίου εξήλθε ο γέροντας να τον προϋπαντήσει. Όταν πλησίασε ο ένας τον άλλον ο διδάσκαλος έβαλε εδαφιαία μετάνοια . Ο αββάς δεν του αποκρίθηκε αλλά χτύπησε με το ραβδί του πάνω σε μία πέτρα λέγοντας: «Παρθένος προ τόκου» και ευθύς πάνω στη πέτρα φύτρωσε ένα κρίνο όμορφο και με ευωδία θαυμάσια. Ξαναχτυπά την πέτρα λέγοντας : «Παρθένος εν τόκω» και δεύτερο κρίνο φύτρωσε όμοιο με το πρώτο. Έπειτα χτύπησε για Τρίτη φορά με το ραβδί του στην πέτρα λέγοντας: «Και μετά τόκον Παρθένος μείνασα» . Και ευθύς βγήκε άλλο ένα θαυμάσιο κρίνο.
Τότε ο αββάς, χωρίς να πει άλλη κουβέντα γύρισε στο κελί του.
Ο δε διδάσκαλος έχοντας μείνει έκπληκτος απ’ αυτή τη θαυματουργία και λυτρωμένος από τον πειρασμό έφυγε και κήρυττε σε όλους το παραπάνω θαύμα, προς δόξαν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας. Αμήν.

Από το βιβλίο του Αγαπίου Λάνδου "Αμαρτωλών σωτηρία"

Κυριακή, 09 Αυγούστου 2009

Περί ωφελείας ψυχής.

Τρείς των γερόντων παρέβαλον τω αυτώ αββά Στεφάνω τω πρεσβυτέρω, και ως έμειναν λαλούντες περί ωφελείας ψυχής, εσιώπα. Οι δε γέροντες λέγουσι αυτώ. Ουδέν ημίν αποκρίνει, πάτερ δι ωφέλεια ήλθομεν προς σε. Τότε λέγει αυτοίς. Συγχωρήσατέ μοι , έως άρτι ουκ οίδα τι ελελήσατε. Πλήν ω έχω λέγω υμίν. Εγώ νύκτα και ημέραν ουδέν άλλο θεωρώ ει μη τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν επί του ξύλου κρεμάμενον. Και ωφεληθέντες ανεχώρησαν.

«Λειμωνάριον» P.G. 87 Γ σ. 2916